Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Ο φίλος μου, το ξύλινο ανθρωπάκι



Πριν ένα χρόνο πήγα εγώ με τη μαμά μου στα μαγαζιά να αγοράσουμε ένα δώρο για μένα. Ένα μόνο μου άρεσε. ¨Ηταν ένα ξύλινο ανθρωπάκι μέσα σε ένα κουτί.
Το έκρυψα κάτω από το κρεβάτι μου και έπεσα για ύπνο. Πριν κοιμηθώ σκεφτόμουν τι ωραία που θα ήταν αν αυτό το ξύλινο ανθρωπάκι ζωντάνευε...και με πήρε ο ύπνος. Αργότερα άκουγα παράξενους θορύβους. Σηκώθηκα και σκέφτηκα να κοιτάξω το κουτί που είχα βάλει κάτω απ' το κρεβάτι. Έκπληκτος διαπίστωσα ότι το ξύλινο ανθρωπάκι κουνιόταν και μάλιστα μου μίλαγε κιόλας.
-Είμαι ο Πινόκιο. Θέλεις να γίνεις φίλος μου;
-Και βέβαια θέλω, του απάντησα με χαρά!
Μου είπε:

-Θέλεις να ταξιδέψουμε σε μια πόλη μαγική; Να κάνουμε μια βόλτα. Θα σου αρέσει πολύ!
Φοβήθηκα για λίγο αλλά μετά δέχτηκα γιατί ήμουν περίεργος με ποιο τρόπο θα με ταξίδευε εκεί στη μαγική πολιτεία. Τελικά μου είπε να κλείσω τα μάτια μου και όταν τα άνοιξα τι να δω! Ήταν μια πανέμορφη πόλη με πολλά μικρά ξύλινα ανθρωπάκια.
Εντυπωσιάστηκα πολύ!
Μόλις με είδαν με πήραν μαζί τους για να με γνωρίσουν. Μου είπαν:
-Ποιο είναι το όνομά σου ψηλέ;
-Θάνο με λένε, απάντησα με χαρά.
Και συνέχισαν:
-Από πού έρχεσαι Θάνο;
-Από την Ελλάδα, τους είπα.
Ξαφνικά άκουσα κάποιους έντονους ήχους πουλιών και κάτι μύριζε σαν καμμένο. Ένα ξύλινο ανθρωπάκι κατάλαβε ότι το κοντινό δάσος είχε πιάσει φωτιά. Πανικοβλήθηκαν όλα λέγοντας:
-Θα καεί η πόλη μας! Θα καούμε!
Εγώ όμως βρήκα τρόπο διαφυγής. Τους είπα να τους περάσω όλους από το ποτάμι. Πράγματι ήταν η μόνη λύση. Ο Πινόκιο συμφώνησε και περάσαμε το ποτάμι την τελευταία στιγμή.
Όμως η πόλη τους κάηκε. Στενοχωρήθηκα πολύ κι εγώ κι όλα τα ανθρωπάκια. Ελπίζω να ξαναφτιάξουν την πόλη τους και να ζήσουν καλά όπως πριν.
Ο Πινόκιο είπε πως αν δεν ήμουν εγώ δε θα ζούσαν τώρα.
Ένιωσα πολύ συγκινημένος. Τους αγάπησα πραγματικά και ιδιαίτερα τον Πινόκιο που με έκανε να ζήσω αυτήν την περιπέτεια που θα μου μείνει αξέχαστη!

Θάνος